24 Απρ 2012

Το Δώρο, ο Marcel Mauss και ο «χαμένος παράδεισος», της Έλενας Σκαρπίδου



                              

«Με δικό τον κόσμο τούτο, τι τον θέλεις άλλο πλούτο;» (ελληνική παροιμία)

 

Τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά είναι κατ’ εξοχήν η εποχή της ανταλλαγής δώρων. Όσο και όπως μπορεί ο καθένας μας ετοιμάζεται να προσφέρει κάτι που θα δώσει χαρά στους ανθρώπους που αγαπά. Αν και οι εποχές είναι δύσκολες, με τα δώρα μας δίνεται η ευκαιρία να διακρίνουμε τις σχέσεις αγάπης από τις σχέσεις ανταλλαγής και γι’ αυτό η προσφορά τους εμπεριέχει κάτι ανακουφιστικό και ταυτόχρονα είναι και μια μορφή εξιλέωσης για όσα δεν μπορέσαμε να δώσουμε όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Εντούτοις κανείς δε χαίρεται πια σαν παιδί με τα δώρα, καθώς αυτά, ποθητά στην αρχή, παλιώνουν γρήγορα και «γίνονται ανοίκεια και μοχθηρά αφού ο διαμεσολαβητικός τους ρόλος συρρικνώνεται και εκλείπει: σχεδόν δεν επιτρέπεται καν να τα δωρίσεις, άπαξ και η γενναιοδωρία συγχωνεύθηκε με την εξαγορά ή τις δημόσιες σχέσεις…Ο ίδιος ο κόσμος έγινε ένα αντικείμενο που περιστρέφεται εγκαταλελειμμένο απ’ τους θεούς στα παγωμένα κενά του διαστήματος».[1]

Ο γάλλος ανθρωπολόγος Marcel Mauss, δημοσιεύοντας το 1924 το «Δοκίμιο για το Δώρο. Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής», απέδειξε ότι αυτό που νομίζαμε ότι αποτελεί μια εθιμοτυπία κι έναν έμμεσο τρόπο να δείξουμε τα συναισθήματά μας, είναι ένα πανάρχαιο έθιμο, προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες. Ο Mauss εξέτασε τους τρόπους ανταλλαγής δώρων σε διάφορες πρωτόγονες φυλές της Αφρικής, της Ασίας και της Ωκεανίας και διαπίστωσε ότι η πρακτική αυτή δεν ήταν πάντα έκφραση προσωπικών σχέσεων, αλλά αποτελούσε θεμελιώδη αρχή της οργάνωσης της οικονομίας και της εξουσίας και οδηγούσε στη σχετικά εξισωτική ανακατανομή των πόρων κάθε φυλετικής ομάδας. Το κίνητρο λοιπόν, του κέρδους και η εξυπηρέτηση του ατομικού συμφέροντος που χαρακτηρίζουν τη σημερινή ελεύθερη αγορά δεν ήταν θεμελιώδη σε όλες τις κοινωνίες, όπως θέλουν να μας πείσουν οι θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού. Οι κοινωνικές αξίες του γοήτρου και της γενναιοδωρίας καθώς και το χρέος που επιβάλλει η εθιμοτυπική παράδοση αποτελούσαν για αιώνες ρυθμιστές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής με πιο σταθερά και δίκαια αποτελέσματα.
Αφού συγκέντρωσε όλη την εθνολογική γνώση του καιρού του, κατέδειξε ότι στις αρχαϊκές κοινωνίες ο βασικός κανόνας ήταν η τριπλή υποχρέωση "να δίνεις, να δέχεσαι και να ανταποδίδεις" κι αυτό εξυπηρετούσε με επιτυχία τη συνδετική οργάνωση των κοινωνιών και την ευτυχία των μελών τους. Ένας λόγος ήταν ότι «οι ανταλλαγές γίνονταν μεταξύ προσώπων και δεν ήταν απρόσωπες όπως συμβαίνει στη σημερινή ελεύθερη αγορά. Γι’ αυτό, το αντικείμενο που ανταλλάσσεται είναι μέρος της ουσίας των προσώπων, περιέχει κάτι από την ψυχή του ιδιοκτήτη του, σαν μαγική δύναμη»[2]. Για παράδειγμα, στη Σαμόα και στη Νέα Ζηλανδία οι ιθαγενείς προσφέρουν προσωπικά αντικείμενα και οι παραλήπτες πρέπει να ανταποδώσουν με κάτι ανάλογο για να μην τους συμβεί κάτι κακό. Το δώρο τους υποχρεώνει γιατί εξακολουθεί να αποτελεί κομμάτι του δωρητή και εμψυχώνεται από το πνεύμα του δάσους του, της γης του και του τόπου του. «Είναι λοιπόν, σαφές ότι στα έθιμα των Μαορί, ο δεσμός αυτός που δημιουργούν τα πράγματα αποτελεί στην πραγματικότητα δεσμό ανάμεσα σε ψυχές, εφόσον το ίδιο το πράγμα είναι ψυχή και όταν αποδέχεσαι κάτι από κάποιον είναι σαν να αποδέχεσαι κάτι από την πνευματική του ουσία, την ψυχή του. Η κατακράτηση, χωρίς ανταπόδοση, αυτού του πράγματος είναι επικίνδυνη, ίσως και θανάσιμη, όχι μονάχα γιατί είναι αθέμιτη, αλλά και γιατί ηθικά, σωματικά και πνευματικά προέρχεται από κάποιο πρόσωπο. Το δώρο άρα είναι έμψυχο και πασχίζει να επιστρέψει στην εστία του ως κάτι ανάλογο που θα το αντικαταστήσει».[3]
Επίσης μια οικογένεια, μια φυλή ή ένα φιλοξενούμενος είναι υποχρεωμένοι να δεχτούν φιλοξενία, δώρα ή να κάνουν συμμαχίες αίματος και γάμου. Η άρνηση να προσφέρεις ή η παράλειψη να προσκαλέσεις, όσο και η άρνηση να δεχτείς, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, ισοδυναμούν με κήρυξη πολέμου. Όλοι αυτοί οι θεσμοί εκφράζουν ένα κοινωνικό πρότυπο, μια νοοτροπία: Τα πάντα – τρόφιμα, προσωπικά αντικείμενα, φυλαχτά, γη, υπηρεσίες, γυναίκες και παιδιά – προσφέρονται και αντιπροσφέρονται. Όλα πηγαινοέρχονται, λες και υπάρχει μια μόνιμη ανταλλαγή ενός πνευματικού στοιχείου που αποτρέπει την προσκόλληση σε υλικά αγαθά και δυναμώνει τις σχέσεις ανάμεσα σε φυλές και άτομα, κοινωνικές σειρές, φύλα και γενεές.
Φαίνεται πως οι άνθρωποι άρχισαν πρώτα απ’ όλα να προσφέρουν στα πνεύματα των νεκρών και στους θεούς. Επειδή πίστευαν ότι αυτοί ήταν οι αληθινοί κάτοχοι των αγαθών του κόσμου, ήταν απαραίτητο να κάνουν ανταλλαγές μαζί τους και εξαιρετικά επικίνδυνο να τις αποφύγουν. Στην ουσία επιχειρούν να εξαγοράσουν την ειρήνη μαζί τους κι αυτός είναι ο λόγος που από πολύ παλιά εμφανίζεται και η ελεημοσύνη ως μέσο εξευμενισμού θεών, νεκρών αλλά και ζωντανών. Όλα τα πνεύματα συμφωνούν να πάει στους φτωχούς και στα παιδιά ένα μερίδιο από τα πλούτη, διαφορετικά η Νέμεση θα πάρει εκδίκηση για τον υπερβολικό πλουτισμό κάποιων.
Παρόμοια φαινόμενα εντοπίστηκαν και στους Πυγμαίους, στα νησιά Ανδαμάνες. Εκεί η ανταλλαγή εξυπηρετεί την παραγωγή αισθημάτων φιλίας κι όλοι, άντρες και γυναίκες προσπαθούν να ξεπεράσουν τον άλλο σε γενναιοδωρία. Τα δώρα επισφραγίζουν το γάμο και δημιουργούν φιλική σχέση ανάμεσα στις δύο συγγενικές ομάδες. «Κατά βάθος, πρόκειται για μια διαδικασία μέθεξης», λέει ο Mauss. «Οι ψυχές αναμιγνύονται με τα πράγματα και τα πράγματα με τις ψυχές».
Στα Τροβριανά νησιά συναντάμε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μεγαλοφροσύνη. Όταν κάποια ομάδα ξεκινά για μια αποστολή, ο κανόνας απαιτεί να μην παίρνει μαζί της τίποτα που να μπορεί να ανταλλάξει για να πάρει τροφή, την οποία άλλωστε είναι ανάρμοστο να ζητήσει. Ο επισκέπτης δεν προσφέρει, μόνο δέχεται. Και μόνο την επόμενη χρονιά που ο επισκέπτης θα είναι με τη σειρά του οικοδεσπότης, θα γίνει η ανταπόδοση των δώρων και μάλιστα με τόκο. Η αμερικανή ανθρωπολόγος Πολίν Βίσνερ που μελετά την αξία των κοινωνικών δικτύων σε φυλές της Ν. Αφρικής, εξηγεί ότι μ’ αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι επιβίωναν και επιβιώνουν σε περιόδους κρίσεις. Τα δώρα, οι επισκέψεις και οι αφηγήσεις ιστοριών λειτουργούν κάπως όπως η ασφάλιση στο δικό μας πολιτισμό. «Επισκέφτηκα την έρημο Καλαχάρι στις αρχές του ’70, όταν η φυλή !Κουνγκ (το θαυμαστικό αντιπροσωπεύει ένα λαρυγγισμό της γλώσσας τους) ήταν κυρίως κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες. Το ερώτημά μου ήταν πως γίνεται άνθρωποι χωρίς κρέας στο κελάρι, στάρι στην αποθήκη και χρήματα στην τράπεζα να επιβιώνουν σε δύσκολους καιρούς. Όταν όμως έζησα εκεί για περίπου ένα χρόνο πήρα ορισμένες απαντήσεις. Ήρθε μια περίοδος έντονων βροχοπτώσεων. Τα φυτά της ερήμου πέθαναν και τα θηράματα εξαφανίστηκαν. Οι άνθρωποι άρχισαν να πεινάνε και να διηγούνται ιστορίες για τους αγαπημένους τους που ζούσαν ακόμα και 200 χιλιόμετρα μακριά. Έλεγαν πόσο τους είχαν επιθυμήσει. Σύντομα, άρχισαν να κατασκευάζουν περίτεχνα αντικείμενα που προόριζαν για δώρα. Και όταν πια η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, 150 !Κουνγκ πήγαν να βρουν τους καταυλισμούς των ανθρώπων που είχαν θυμηθεί. Έμειναν εκεί μέχρι να βελτιωθούν οι συνθήκες στη δική τους περιοχή. Οι Βουσμάνοι χρησιμοποιούν τις διηγήσεις για να κρατάνε ζωντανά τα αισθήματά τους απέναντι σε ανθρώπους που ζουν μακριά. Τα δώρα είναι ο τρόπος που έχουν να λένε στον αποδέκτη: σ’ έχω κρατήσει ζωντανό στην καρδιά μου. Βέβαια, στέλνουν δώρα ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κρίση. Όπως και οι κάρτες Χριστουγέννων ή τα δώρα, έτσι και τα αντικείμενα αυτά μεταφέρουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της σχέσης. Μπορεί να μην τρελαινόμαστε για το κέικ που μας στέλνει κάθε χρόνο η θεία μας στις γιορτές, αν όμως μια χρονιά δεν το στείλει, θα θεωρήσουμε ότι υπάρχει πρόβλημα. Οι άνθρωποι εκεί ξέρουν ότι το κοινωνικό δίκτυο είναι ζωτικής σημασίας για να επιβιώσουν στις δυσκολίες και στέλνουν δώρα με πολλή αγάπη και φροντίδα.
Νομίζω ότι αυτά τα δίκτυα με απομακρυσμένες ομάδες βοήθησαν τους ανθρώπους 45.000 χρόνια πριν να μεταναστεύσουν από την Αφρική. Η «αποταμίευση» σχέσεων είναι εκείνη που επέτρεψε την ανθρώπινη επέκταση και την ανάπτυξη του πολιτισμού. Οι άνθρωποι που κατασκεύαζαν τα καλύτερα δώρα και διηγούνταν τις καλύτερες ιστορίες πρέπει να ήταν και οι πιο ικανοί στη συντήρηση των κοινωνικών δικτύων».
Η διακίνηση λοιπόν, του πλούτου είναι αδιάκοπη και μόνιμη. Δεν είναι σωστό να τον κρατάει κανείς πολύ καιρό, ή να φανεί «αργός» ή «δύσκολος» να τον αποχωριστεί. Αφού με μόχθο συσσωρεύσουν αγαθά από τις πλούσιες ακτές τους, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινοπώρου, τα καταναλώνουν ανέμελα με την ευκαιρία γάμων ή άλλων τελετουργιών, όταν ανοίξουν ένα κιβώτιο με μούρα και θρεπτικές ρίζες ή όταν το κύμα ξεβράσει στο χωριό τους μια φάλαινα. Πλουσιότερος θεωρείται όποιος σπαταλάει πιο αλόγιστα. Οι αρχές της άμιλλας και του ανταγωνισμού είναι θεμελιώδεις. Οι αρχηγοί πρωτοστατούν σ’ αυτές τις γενναιόδωρες προσφορές αφού μόνον έτσι μπορούν να διατηρήσουν το κύρος τους στη φυλή και τη θέση τους ανάμεσα στους άλλους αρχηγούς. Η παράλειψη αυτών των υποχρεώσεων σημαίνει παράβαση της εθιμοτυπίας και απώλεια της κοινωνικής τους θέσης. (Ο Μauss διακρίνει μια αναλογία με ένα θέμα της ευρωπαϊκής λαϊκής παράδοσης, αυτό της κακιάς νεράιδας που ξέχασαν να την καλέσουν σε βαφτίσια ή γάμο)
Τα δώρα, κατά γενικό κανόνα, γίνονται πάντα αποδεκτά και επαινούνται, αλλά και δεσμεύουν. Η σπάνια περίπτωση μη αποδοχής σημαίνει ότι φοβάσαι να αντεπεξέλθεις στην ευθύνη της ανταπόδοσης και γι’ αυτό χάνεις την αξιοπρέπειά σου. Σου δίνεται πάντως το χρονικό περιθώριο να προετοιμαστείς αλλά αν δεν ανταποδώσεις αξιοπρεπώς την έβαψες: χάνεις για πάντα το κοινωνικό σου γόητρο.

Απ’ όλα αυτά πρέπει κύρια να συγκρατήσουμε ότι «ο ανοιχτός σκοπός αυτών των ενεργειών δεν είναι το να προσκομίσουν κάποιο κέρδος ή προνόμια οικονομικής φύσεως»[4]. Οι πολύ εξευγενισμένες τακτικές αυτές «αποτελούν το κίνητρο για να βγει όλη η φυλή από τα στενά της όρια, ακόμα και από τα άμεσα συμφέροντά της και δικαιώματα. Ένα αδιάκοπο πάρε-δώσε: σαν να την διαπερνά ένα συνεχές ρεύμα από δώρα που προσφέρονται, γίνονται αποδεκτά και ανταποδίδονται από υποχρέωση, συμφέρον ή μεγαλοφροσύνη, σαν ανταπόδοση υπηρεσιών, πρόκληση ή εχέγγυο».[5] Δεν είναι τυχαίο που σε διάφορες γλώσσες – των Τοαρίπι, των Ναμάου, των Παπούα και άλλων – έχουν μία και μοναδική λέξη που εκφράζει το πουλάω και αγοράζω, δανείζω και δανείζομαι. Οι άνθρωποι αυτοί βέβαια, δεν έχουν ούτε την έννοια του πουλάω, ούτε του δανείζω με τη σημασία που τους αποδίδουμε εμείς κι όμως πραγματοποιούν νομικές και οικονομικές πράξεις που ανταποκρίνονται σ’ αυτές τις λειτουργίες. Διαπιστώνουμε επομένως ότι οι άνθρωποι άλλων λαών ανταλλάσσουν τα πλεονάσματα με τρόπους και για λόγους άλλους απ’ αυτούς που ισχύουν στις δυτικές κοινωνίες. Η ανταλλαγή λειτουργεί με τρόπο ανιδιοτελή και υποχρεωτικό συνάμα και τα αντικείμενα ουδέποτε αποσπώνται εντελώς από τους ανθρώπους που τα ανταλλάσσουν, ενώ η επικοινωνία που εδραιώνουν είναι σχεδόν αδιάρρηκτη.
Στολίδια, φυλαχτά, χαϊμαλιά, μαχαίρια από κόκαλα, διακοσμημένα μπακίρια, κουβέρτες από δέρματα ζώων, κεντημένα υφαντά, κοχύλια, ασπίδες και ζώνες, ψάθες, τα πνεύματα των αρχηγών όλα έχουν προσωπικότητα και οι προσωπικότητες αποτελούν κατά κάποιον τρόπο, μόνιμη ιδιοκτησία όλων. «Είναι ομώνυμα και συνώνυμα, έχουν την ίδια φύση και λειτουργία. Η διακίνηση των αγαθών ακολουθεί τη διακίνηση των αντρών, των γυναικών και των παιδιών, των εορτών, των τελετουργιών και των χορών, των αστεϊσμών και των προσβολών. Αν προσφέρουμε και ανταποδίδουμε πράγματα είναι ακριβώς γιατί δείχνουμε και ανταποδίδουμε σεβασμό και φιλοφρονήσεις. Προσφέροντας εξάλλου πράγματα, προσφέρουμε τον εαυτό μας και, αν προσφέρουμε τον εαυτό μας, είναι γιατί τον οφείλουμε στους άλλους».[6]

Κάτι ανάλογο συναντάμε και στην Αρχαία Ρώμη, στα Γερμανικά φύλα και στην Αρχαία Ινδία. Ένα Βραχμανικό δίστιχο λέει: «Τρώει φαρμάκι όποιος τρώει δίχως να φάει κι ο φίλος», μια ινδική παροιμία διατείνεται: « Όπως το μισοφέγγαρο γεμίζει μέρα τη μέρα, όμοια κι η γη που δώρισες όλο κι απλώνει σοδειά τη σοδειά», μια ελληνική παροιμία συμφωνεί ότι «το περίσσιο χαλάει το ίσιο» κι ο Άνα, ο θεός της τροφής μιλά μ’ αυτούς τους στίχους: «Αυτόν που δε με δίνει σε θεούς και πνεύματα/ μήτε τους δούλους και τους ξένους του/ αλλά με φτιάχνει και με τρώει/ φαρμάκι καταπίνοντας μέσα στην τρέλα του/ αυτόν τον τρώω εγώ/ εγώ είμαι ο θάνατός του. Ο πλούτος φτιάχνεται για να δωρίζεται.

«Οι σύγχρονες κοινωνίες μας εξωθούν και μας αναγκάζουν να σκοτωνόμαστε στη δουλειά για να γεμίζουμε τα σπίτια μας με ανούσια υλικά αγαθά. Γι’ αυτό κι εμείς, σαν πολίτες του κόσμου πρέπει να αυτονομηθούμε και να αναλάβουμε οι ίδιοι τις ευθύνες μας συνειδητοποιώντας τις πραγματικές μας ανάγκες και υιοθετώντας στην καθημερινότητά μας έναν τρόπο ζωής για την προστασία του περιβάλλοντος». Νόαμ Τσόμσκι.

Στο δυτικό, «πολιτισμένο» μας κόσμο κατασκευάζονται αντικείμενα, όχι τόσο για τη χρηστική τους αξία, ούτε για την απόλαυση που προσφέρουν, αλλά με στόχο μόνον την ανταλλακτική τους αξία και την απεριόριστη αύξησή τους. Η ισορροπία έχει διαταραχτεί. «Το ίδιο το αντικείμενο δεν μπορεί πλέον να μας εμπνεύσει κανένα συναίσθημα. Είναι άψυχο, είναι κρύο και, επομένως, ακίνδυνο. Διαφορετικά, η ανταλλαγή θα ξυπνούσε την κατανόηση της σημασίας του, την αποδοχή της θυσιαστικής του ποιότητας – θα ξυπνούσε κακούς οιωνούς, αναχρονιστικές ιστορίες και μια δυσάρεστη χημική γεύση από την έλλειψη καλοσύνης».[7] Οι άνθρωποι έχοντας απωθήσει αυτά τα αρχαϊκά βιώματα παρουσιάζουν υπερβολική προσκόλληση για τα υλικά αγαθά, συσσωρεύουν άχρηστα αντικείμενα, βαριούνται τα αποκτήματά τους πολύ γρήγορα και το κυριότερο δεν είναι ευτυχισμένοι. Μοιάζουν με το βασιλιά Μίδα, εκείνον τον καημένο που δεν είχε παρά μόνο χρυσάφι και ψοφούσε από την πείνα. Άλλωστε, «ποτέ δεν θα ’χεις αρκετά απ’ όσα δεν χρειάζεσαι για να είσαι ευτυχής»[8]. Όσο χρήμα και πλούτη κι αν συσσωρεύσει κανείς, δεν μπορεί να φτιάξει φράγμα για να εμποδίσει το θάνατο, να τον φενακίσει. Αυτή η ψευδαίσθηση στο μόνο που θα τον οδηγήσει είναι στη λεηλασία της ζωής του. Αντίθετα, η συναίσθηση της κοινής μοίρας και το μάταιο του υπερβολικού πλούτου που διαπότιζαν τα έθιμα των αρχαϊκών φυλών, προσέδιδαν ισορροπία και ικανοποίηση στα μέλη τους. Ο άνθρωπος λειτουργούσε ανέκαθεν με το σκεπτικό ότι ο αληθινός πλούτος δεν βρίσκεται στην αυτάρκεια εκείνη που διαφυλάσσει ζηλότυπα τα γεννήματά της, αλλά στην ανταλλαγή. Κι αυτό γιατί είναι το ζώο εκείνο που δεν μπορεί να ζήσει μόνο. « Ένας κοινωνικός οίστρος τον παρακινεί προς την επέκταση, προς την κατάκτηση ενός σχετικά ζωτικού χώρου σχέσεων».[9] Ξεκινώντας από την εξωγαμία, την ανταλλαγή γυναικών και συνεχίζοντας με την ανταλλαγή αγαθών οι άνθρωποι για αιώνες πολλαπλασίαζαν τα αγαθά, αλλά και τους δεσμούς, επιτάχυναν τις προσεγγίσεις, περιόριζαν τις εχθροπραξίες και δημιουργούσαν πυρήνες μεγάλων και σύνθετων κοινωνιών.
«Στη βάση κάθε κοινωνίας, κάθε οικονομίας, υπάρχει μια μη οικονομία, που αποτελείται από πλούτη τα οποία δεν είναι ανταλλάξιμα, από δώρα χωρίς ανταπόδοση, από ανιδιοτελείς προσφορές, από κοινά αγαθά». Αντρέ Γκορτζ
Το χρήμα βέβαια, έγινε πια ο παγκόσμιος ανταλλάκτης και έχει την ιδιότητα να μετατρέπει και να ιδιοποιείται όλα τα εμπορεύματα που υπάρχουν στην αγορά. Παρόλ’ αυτά δεν μπορεί να αγοράσει όλες τις αξίες κι όχι γιατί είναι υπέρογκες στην τιμή αλλά γιατί είναι πέραν της τιμής. Ασφαλώς δεν είναι πολυάριθμες αλλά ευτυχώς υπάρχουν ακόμη. Έτσι το μενταγιόν που μου πρόσφερε η γιαγιά μου, που έχει πάνω χαραγμένο το όνομά μου που ήταν και δικό της, έχει για μένα συμβολική αξία που δε συγκρίνεται με την εμπορική του αξία. Το χρήμα αποτυγχάνει - κι αυτό αποδεικνύει την υπερβατικότητά του – να αποκτήσει τις υψηλότερες αξίες όπως είναι ο έρωτας, η φιλοπατρία κ.α. Σε αυτόν τον «ωφελιμισμό» ο γάλλος κοινωνιολόγος Αλέν Καγέ αντιτάσσει τις άλλες διαστάσεις της ανθρώπινης δράσης, εμπνεόμενος από το έργο του μεγάλου ανθρωπολόγου Μαρσέλ Μος.[10] «Εγώ νομίζω ότι η στιγμή στην οποία βρισκόμαστε δεν πρέπει να μας παραπλανήσει και ότι το κίνητρο του ανθρώπου πάντοτε υπήρξε και παραμένει η αναζήτηση της αναγνώρισης, της ικανότητας για προσφορά, η επιθυμία να δείχνει ότι είναι σπουδαίος. Είναι αλήθεια ότι εδώ και τρεις δεκαετίες ο τρόπος για να είναι σπουδαίος είναι να έχει ρόλεξ. Σε άλλους καιρούς όμως, όπως στην αρχαία Ελλάδα, ήταν σπουδαίος αυτός που έδινε τη ζωή του για την πόλη. Η αρπακτικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού δεν εξηγείται από μόνη της και χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποια συμβολική ανατροπή μπόρεσε να γεννήσει την ιδέα ότι η αναγνώριση πρέπει να περνάει μέσα από τον οικονομικό πλούτο».
Ο Giorgio Agamben διαπιστώνει επίσης, ότι σήμερα, στο τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, έχουν διαλυθεί όλες οι κοινωνικές ταυτότητες και όλα «όσα, ανά τους αιώνες, συνιστούσαν την αλήθεια ή το αντίθετό της για τις επόμενες γενιές στη γη έχουν χάσει κάθε νόημα».[11] Το αποτέλεσμα είναι ότι οι κοινωνίες που διέπονται από την επιχειρηματική ελευθερία ξέρουν να κατασκευάζουν αγαθά, αλλά δεν ξέρουν πώς να τα διανείμουν. Ολόκληρες χώρες, για να μην πω ήπειροι υποφέρουν για να θησαυρίζουν λίγοι. Ο άνθρωπος δεν είναι πια αυτό που λέει ο Ζωρζ Μπατάιγ, «κατ’ ουσίαν, ένα πλάσμα που γελά, ένα πλάσμα που χορεύει, ένα πλάσμα που προσφέρει γιορτές»,[12] όλ’ αυτά που τον διαχώριζαν πάντοτε από τα άλλα ζώα και ομόρφαιναν τη ζωή του.
Σήμερα μόνο το προσωπικό δώρο δεν προϋποθέτει πάντα ανταπόδοση, δεν θέλει να είναι ένα μέσο κυριαρχίας. «Το χωρίς υπολογισμό δώρο μεταξύ συγγενών και μεταξύ φίλων αποτελεί την ονειρεμένη αντίθετη άποψη, το ανεστραμμένο όνειρο των σχέσεων εξουσίας, συμφέροντος, χειρισμού και υποταγής….».[13] Το «χωρίς υπολογισμό» δώρο λειτουργεί στο φαντασιακό επίπεδο σαν το τελευταίο καταφύγιο της χαμένης αλληλεγγύης.
Ο Marcel Mauss προτείνει να επιστρέψουμε στο παλιό και θεμελιώδες: «τη χαρά της προσφοράς στο σύνολο, την τέρψη της γενναιόδωρης αισθητικής δαπάνης, την απόλαυση της φιλοξενίας στη δημόσια ή την ιδιωτική γιορτή». Να βγούμε δηλαδή από τον εαυτό μας και να ενώσουμε τις δυνάμεις μας με τους άλλους γύρω μας, να προσφέρουμε αυτοπροαίρετα όχι μόνο αντικείμενα, αλλά και την ψυχή μας, την εμπιστοσύνη μας, τις δυνάμεις μας για το κοινό καλό. Η βάρβαρη επιδίωξη των ατομικών και μόνο σκοπών υπονομεύει τους σκοπούς και την ειρήνη του συνόλου, το ρυθμό της εργασίας και των ικανοποιήσεων, άρα, σε τελευταία ανάλυση, το ίδιο το άτομο. Στις «πρωτόγονες» φυλές το άτομο καταθέτει τα όπλα του, παραιτείται από τη μαγεία και προσφέρει τα πάντα. Κάπως έτσι έμαθαν οι άνθρωποι να αποκηρύσσουν ό,τι τους ανήκε και να στρέφονται στην προσφορά και στην ανταπόδοση.
Στη γιορτή που διοργανώνει η φυλή Γουϊννεμπάγκο (Σιου) της Βόρειας Αμερικής, κάθε κλαν ετοιμάζει φαγητό και καπνό για τους αντιπροσώπους των άλλων κλαν και οι αρχηγοί εκφωνούν λόγους. Ο αρχηγός του κλαν του Φιδιού λέει: «Σας χαιρετώ. Όλα καλά. Πως θα μπορούσα να πω κι αλλιώς, αφού με θυμηθήκατε εμένα το φτωχό κι ανάξιο. Γρήγορα θα γεμίσουν τα πιάτα σας κι εγώ σας χαιρετώ και πάλι, ω άνθρωποι που παίρνετε τη θέση των πνευμάτων…». Αφού φάνε, ρίχνουν στη φωτιά λίγο καπνό – προσφορά στα πνεύματα – και οι τελευταίες φράσεις εκφράζουν την ηθική σημασία της γιορτής και των παροχών: «Σας ευχαριστώ  που ’ρθατε και κάτσατε στο τραπέζι μου και σας ευγνωμονώ. Μου δώσατε κουράγιο. Οι ευλογίες των παππούδων σας αξίζουν όσο κι οι ευλογίες των πνευμάτων. Είναι καλό που ’ρθατε στη γιορτή. Πρέπει να ’ναι αυτό που είπαν οι παππούδες μας: Αδύναμη είναι η ζωή σας και των πολεμιστών, η συμβουλή μονάχα μπορεί να την κάνει δυνατή. Μου δώσατε συμβουλή κι αυτό για μένα είναι ζωή».


[1] Ευγένιος Αρανίτσης, Παράδοξα, Ελευθεροτυπία
[2] Ο Marcel Mauss και η οικονομική ανθρωπολογία, του Σωτήρη Δημητρίου. Από την Εισαγωγή στο βιβλίο «Δοκίμιο για το Δώρο. Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής», εκδ. Καστανιώτη.
[3] «Δοκίμιο για το Δώρο. Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής» του Marcel Mauss, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 80
[4] Κλωντ Λεβί-Στρως.
[5] «Δοκίμιο για το Δώρο. Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής», σελ. 103
[6] «Δοκίμιο για το Δώρο. Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής», σελ. 127
[7] Ευγένιος Αρανίτσης, Παράδοξα, Ελευθεροτυπία.
[8] Έρικ Χόφερ
[9] «Περί χρήματος», του Σερζ Βίντερμαν, εκδ. Ολκός
[10]  Βλέπε το τελευταίο βιβλίο του, που έχει τίτλο «Theorie anti-utilitariste de l' action. Fragments d' une sociologie generale» (La Decouverte, 2009).
[11] «Βία και ελπίδα στο τελευταίο θέαμα», Giorgio Agamben, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα
[12] «Η καταραμένη μερίδα», Ζωρζ Μπατάιγ
12 Godelier, Maurice, «L' Enigme du don». Paris, Fayard, 1996. [Eλληνική έκδοση, «Tο αίνιγμα του δώρου», Aθήνα, Γκούτενμπεργκ, 2003].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου